take up

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Arrows blue.png Δείτε επίσης: take-up

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

δείτε τις λέξεις: take και up

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
take up take ups

take up (en), και take-up

  • εξάρτημα της ραπτομηχανής που μαζεύει τη χαλαρή κλωστή καθώς η βελόνα σηκώνεται μετά το τέλος μιας ραφής

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

ενεστώτας take up
γ΄ ενικό ενεστώτα takes up
αόριστος took up
παθητική μετοχή taken up
ενεργητική μετοχή taking up

take up (en)

  1. (μεταβατικό) σηκώνω κάτι και το παίρνω μαζί μου
     συνώνυμα: pick up
  2. (μεταβατικό) αρχίζω μια δραστηριότητα, ξεκινώ να κάνω κάτι τακτικά
    I've taken up knitting. - άρχισα πλέξιμο (να πλέκω)
    I wish to take up mathematics. - θάθελα να ασχοληθώ με μαθηματικά
  3. αναλαμβάνω δράση, συνεχίζω έργο άλλου (που έφυγε, εκδιώχθηκε, απολύθηκε κτλ)
  4. (μεταβατικό) αντιμετωπίζω ένα θέμα
    Let's take this up with the manager. - ας μεταφέρουμε το όλο θέμα στον διευθυντή
  5. (μεταβατικό) καταλαμβάνω, πιάνω χώρο ή χρονικό διάστημα.
    The books on finance take up three shelves. - τα βιβλία οικονομικών πιάνουν τρία ράφια
    All my time is taken up with looking after the kids. - όλος μου ο ελεύθερος χρόνος είναι πιασμένος με τη φροντίδα των παιδιών
  6. (μεταβατικό, για ρούχα) κονταίνω, μαζεύω
    to take up the sleeves - κονταίνω τα μανίκια
  7. (μεταβατικό) take someone up on something: αποδέχομαι μια προσφορά που μου έγινε από κάποιον
    Shall we take them up on their offer? - να αποδεχθούμε την προσφορά τους;
  8. (αμετάβατο) συνεχίζω κάτι που είχε διακοπεί
    let's take up where we left off - ας συνεχίσουμε από το σημείο που είχαμε μείνει
     συνώνυμα: resume