σηκώνω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

σηκώνω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική σηκώνω < ελληνιστική κοινή σηκῶ (ζυγίζω σε ζυγαριά βάζοντας και βγάζοντας βαρίδια έτσι ώστε να σηκωθεί το ένα μέρος και να φτάσει στο ίδιο επίπεδο με το άλλο) συνηρημένος τύπος του σηκόω + -ώνω[1]

Ρήμα[επεξεργασία]

σηκώνω, αόρ.: σήκωσα, παθ.φωνή: σηκώνομαι, π.αόρ.: σηκώθηκα, μτχ.π.π.: σηκωμένος

  1. μετακινώ από κάτω προς τα πάνω, υψώνω, ανυψώνω
    οι στρατιώτες σήκωσαν τα χέρια ψηλά και παραδόθηκαν
    σήκωσε τους ώμους του αντί να απαντήσει και έφυγε
    σήκωσε, από κάτω, την μπάλα και την έριξε στο καλάθι
    ο πρωταθλητής στην τελική του προσπάθεια σήκωσε 200 κιλά
  2. φέρω ένα φορτίο, επωμίζομαι
    τόσα χρόνια σηκώνει τα βάρη όλης της οικογένειας και δεν παραπονιέται
  3. (κατ’ επέκταση) αντέχω, ανέχομαι
    δεν τα σηκώνω εγώ αυτά τα τσαλιμάκια
    το τροφοδοτικό δε σήκωνε τους πρόσθετους σκληρούς δίσκους και ο υπολογιστής δε λειτουργούσε καλά
  4. παίρνω χρήματα ή αντικείμενα από κάπου
    1. κάνω ανάληψη χρημάτων από τραπεζικό λογαριασμό
      θα σηκώσω 500€ από το ATM
    2. κλέβω
      μπήκαν κλέφτες και μου σήκωσαν όλο το σπίτι
  5. (οικείο) ανεγείρω, χτίζω
    ※  Αναρωτιέται κανείς ποιες διεργασίες ψυχής ώθησαν τους κατοίκους του μικρού χωριού στο να σηκώσουν μια τέτοια μητρόπολη. (Θανάσης Βαλτινός, Ανάπλους, 2012 [μυθιστόρημα])

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • σηκώνω το τραπέζι: μαζεύω τα πιάτα από το τραπέζι μετά το φαγητό
  • σηκώνω (το) χέρι (σε κάποιον): χτυπάω ή απειλώ να χτυπήσω (κάποιον)
  • σηκώνω το χέρι: ζητάω τον λόγο, ζητάω να μιλήσω
  • σηκώνω κεφάλι: σταματάω να υπακούω
  • δε σηκώνω κεφάλι: κάνω κάτι χωρίς περισπασμούς
  • (ανα)σηκώνω τους ώμους: για ένδειξη άγνοιας ή αδιαφορίας
  • σηκώνω λίγο ακόμα, -η: α. χωράω κι άλλο, β. μου ταιριάζει γευστικά-αρωματικά κτλ. κι άλλο / λίγο περισσότερο

Σύνθετα[επεξεργασία]

Παράγωγες λέξεις[επεξεργασία]

Κλίση[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Αναφορές[επεξεργασία]



Μεσαιωνικά ελληνικά (gkm)[επεξεργασία]

ζητούμενο λήμμα

Πηγές[επεξεργασία]