σηκώνομαι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

σηκώνομαι < παθητική φωνή του ρήματος σηκώνω

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

σηκώνομαι, παρατ.: σηκωνόμουν, στιγμ. μέλλ.: θα σηκωθώ, αόρ.: σηκώθηκα , μτχ.π.π.: σηκωμένος

  1. παύω να βρίσκομαι στην οριζόντια ή καθιστή στάση ώστε να σταθώ όρθιος
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: εγείρομαι
  2. (για μαθητή του σχολείου) πηγαίνω από το θρανίο μου στην έδρα ή στον πίνακα για να εξεταστώ στο μάθημα

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • (χυδαίο) μου σηκώνεται: έχω στύση

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]