επωμίζομαι

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

επωμίζομαι < ελληνιστική κοινή ἐπωμίζομαι < αρχαία ελληνική ἐπι- + -ωμίζομαι < ὦμος

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

επωμίζομαι

  • αναλαμβάνω ή παίρνω πάνω μου κάποιο δύσκολο έργο, ευθύνες, κλπ.


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]