ὦμος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ὦμος αρσενικό



Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική ὦμος ὤμω ὦμοι
Γενική ὤμου ὤμοιν ὤμων
Δοτική ὤμ ὤμοιν ὤμοις
Αιτιατική ὦμον ὤμω ὤμους
Κλητική ὦμε ὤμω ὦμοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ὦμος < αβέβαιου ετύμου

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ὦμος αρσενικό

  1. ο ώμος
  2. οι αντίστοιχες αρθρώσεις των ζώων
    ἃ δὲ φοβοῦνταί τινες μὴ ἀπορρηγνύωνται τοὺς ὤμους κατὰ τὰ πρανῆ ἐλαυνόμενοι (: φοβούνταν μήπως καθώς προχωρούσαν στην κατηφόρα βγουν οι ώμοι <των αλόγων>)

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[επεξεργασία]