ὦμος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε: ώμος, ὦμος, ωμός, ὠμός, όμως, ὅμως

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ὦμος αρσενικό



Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική ὦμος ὤμω ὦμοι
Γενική ὤμου ὤμοιν ὤμων
Δοτική ὤμ ὤμοιν ὤμοις
Αιτιατική ὦμον ὤμω ὤμους
Κλητική ὦμε ὤμω ὦμοι

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ὦμος < → λείπει η ετυμολογία

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ὦμος αρσενικό

  1. ο ώμος
  2. οι αντίστοιχες αρθρώσεις των ζώων
    ἃ δὲ φοβοῦνταί τινες μὴ ἀπορρηγνύωνται τοὺς ὤμους κατὰ τὰ πρανῆ ἐλαυνόμενοι (: φοβούνταν μήπως καθώς προχωρούσαν στην κατηφόρα βγουν οι ώμοι <των αλόγων>)

Σύνθετα[επεξεργασία]

Πηγές[επεξεργασία]