ὠμός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε: ώμος, ὦμος, ωμός, ὠμός, όμως, ὅμως

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ὠμός < πιθανόν από πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα (κάποιοι γλωσσολόγοι το ανάγουν στην υποθετικά υπάρχουσα ρίζα *h₃emos, που εικάζουν ότι είναι κοινή με το σανσκριτικό āmá και το αρμενικό χούμ παρότι συν τοις άλλοις το ελληνικό ωμός δεν είχε δασεία προφορά)

Επίθετο[επεξεργασία]

ὠμός, -ή, -όν

  1. ωμός, που δεν έχει μαγειρευτεί
  2. άψητος, που δεν έχει ψηθεί σε φούρνο ή από τον ήλιο
    ὠμός κέραμος
  3. (για φρούτα) άγουρος, ανώριμος
  4. (κατ' επέκταση) πρόωρος
  5. (μεταφορικά) ωμός, σκληρός, άγριος

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]