ὠμοθετέω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ὠμοθετέω < ὠμός και τίθημι

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

ὠμοθετέω

  1. θέτω άψητα κομμάτια κρέατος πάνω σε αυτά που ήδη καίγονται στο βωμό
  2. θυσιάζω γενικά ( έννοια της μεταγενέστερης ελληνικής)