shoulder
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| shoulder | shoulders |
shoulder (en)
- (ανθρώπινο σώμα) ο ώμος
I have broad shoulders.
- Έχω φαρδείς ώμους.
He had an operation on his shoulder last year.
- Αυτός έκανε μια εγχείρηση στον ώμο πέρυσι.
- το έρεισμα ενός δρόμου
The truck stopped on the shoulder of the road.
- Το φορτηγό σταμάτησε στο έρεισμα του δρόμου.
Parking is prohibited on the shoulder of the highway.
- Απαγορεύεται η στάθμευση στο έρεισμα του αυτοκινητόδρομου.
Ρήμα
[επεξεργασία]| ενεστώτας | shoulder |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | shoulders |
| αόριστος | shouldered |
| παθητική μετοχή | shouldered |
| ενεργητική μετοχή | shouldering |
shoulder (en)
- (μεταβατικό) επωμίζομαι
I am shouldering some responsibilities.
- Επωμίζομαι κάποιες ευθύνες.
I feel the magnitude of the responsibilities I have been shouldered with.
- Συναισθάνομαι το μέγεθος των ευθυνών που έχω επωμιστεί.