κλέβω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κλέβω < αρχαία ελληνική κλέπτω

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

κλέβω

  1. αφαιρώ παράνομα ξένη περιουσία
  2. παίρνω ως άνδρας μία νεαρή γυναίκα μακριά από την οικογένειά της είτε συναινετικά είτε όχι (πχ. στην Κιργιζία η κακοκλεψία) με σκοπό να την παντρευτώ διότι αποτελεί έθιμο (όταν η γυναίκα δεν συναινεί ή είναι ανήλικη θεωρείται καταπάτηση των δικαιωμάτων της, κάποιες φορές όμως θεωρείται θετικό όταν η οικογένεια επιβάλλει γαμπρό• δηλαδή εξαρτάται το αν είναι δυτικώς ηθικό [η δυτική ηθική επικρατεί σταδιακά σχεδόν παντού] ανά έθνος και περίπτωση)

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]