raise

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ɹeɪz/
ομόηχα:δείτε τις λέξεις rase, raze και rays

Ρήμα[επεξεργασία]

ενεστώτας raise
γ΄ ενικό ενεστώτα raises
αόριστος raised
παθητική μετοχή raised
ενεργητική μετοχή raising

raise (en)

  1. σηκώνω, υψώνω, ανεβάζω
    The teacher asked the students to raise their hand and not shout out the answer. - Ο δάσκαλος ζήτησε, από τους μαθητές, να σηκώνουν το χέρι τους και όχι να «πετάγονται».
  2. μαζεύω, συγκεντρώνω
    My aunt is raising money to help poor people. - Η θεία μου, συγκεντρώνει χρήματα για να βοηθήσει φτωχούς ανθρώπους.
  3. εκτρέφω
  4. ανατρέφω, μεγαλώνω
    I was raised by my grandparents in the countryside until I was 18. - Με μεγάλωσαν οι παππούδες μου στην ύπαιθρο έως ότου ήμουν 18 (χρονών).
  5. (μαθηματικά) υψώνω έναν αριθμό σε μία δύναμη

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

      ενικός         πληθυντικός  
raise raises

raise (en)