ανατρέφω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ανατρέφω < ανά + τρέφω

Ρήμα[επεξεργασία]

ανατρέφω

  1. φροντίζω και παρέχω σε παιδί τα υλικά μέσα και ό,τι άλλο είναι απαραίτητο για την ανάπτυξή του
  2. διαπαιδαγωγώ

Μεταφράσεις[επεξεργασία]