αναθρεμμένος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική αναθρεμμένος αναθρεμμένη αναθρεμμένο
γενική αναθρεμμένου αναθρεμμένης αναθρεμμένου
αιτιατική αναθρεμμένο αναθρεμμένη αναθρεμμένο
κλητική αναθρεμμένε αναθρεμμένη αναθρεμμένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική αναθρεμμένοι αναθρεμμένες αναθρεμμένα
γενική αναθρεμμένων αναθρεμμένων αναθρεμμένων
αιτιατική αναθρεμμένους αναθρεμμένες αναθρεμμένα
κλητική αναθρεμμένοι αναθρεμμένες αναθρεμμένα


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αναθρεμμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος αναθρέφω

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

αναθρεμμένος, -η, -ο

δείτε τη λέξη: αναθρέφω


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]