αρχίζω
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- αρχίζω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ἀρχίζω < ἀρχή. Συγχρονικά αναλύεται σε αρχ(ή) + -ίζω.
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /aɾˈçi.zo/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : αρ‐χί‐ζω
Ρήμα
[επεξεργασία]αρχίζω, πρτ.: άρχιζα, στ.μέλλ.: θα αρχίσω, αόρ.: άρχισα
- κάνω αρχή κάποιας πράξης ή έργου, βάζω μπρος, ξεκινώ
- είμαι στην αρχή, στο αρχίνημά μου
Άλλες μορφές
[επεξεργασία]Κλίση
[επεξεργασία] Ενεργητική φωνή
| Εξακολουθητικοί χρόνοι | ||||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| πρόσωπα | Ενεστώτας | Παρατατικός | Εξ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Μετοχή |
| α' ενικ. | αρχίζω | άρχιζα | θα αρχίζω | να αρχίζω | αρχίζοντας | |
| β' ενικ. | αρχίζεις | άρχιζες | θα αρχίζεις | να αρχίζεις | άρχιζε | |
| γ' ενικ. | αρχίζει | άρχιζε | θα αρχίζει | να αρχίζει | ||
| α' πληθ. | αρχίζουμε | αρχίζαμε | θα αρχίζουμε | να αρχίζουμε | ||
| β' πληθ. | αρχίζετε | αρχίζατε | θα αρχίζετε | να αρχίζετε | αρχίζετε | |
| γ' πληθ. | αρχίζουν(ε) | άρχιζαν αρχίζαν(ε) |
θα αρχίζουν(ε) | να αρχίζουν(ε) | ||
| Συνοπτικοί χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Αόριστος | Συνοπτ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Απαρέμφατο | |
| α' ενικ. | άρχισα | θα αρχίσω | να αρχίσω | αρχίσει | ||
| β' ενικ. | άρχισες | θα αρχίσεις | να αρχίσεις | άρχισε | ||
| γ' ενικ. | άρχισε | θα αρχίσει | να αρχίσει | |||
| α' πληθ. | αρχίσαμε | θα αρχίσουμε | να αρχίσουμε | |||
| β' πληθ. | αρχίσατε | θα αρχίσετε | να αρχίσετε | αρχίστε | ||
| γ' πληθ. | άρχισαν αρχίσαν(ε) |
θα αρχίσουν(ε) | να αρχίσουν(ε) | |||
| Συντελεσμένοι χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Παρακείμενος | Υπερσυντέλικος | Συντελ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | |
| α' ενικ. | έχω αρχίσει | είχα αρχίσει | θα έχω αρχίσει | να έχω αρχίσει | ||
| β' ενικ. | έχεις αρχίσει | είχες αρχίσει | θα έχεις αρχίσει | να έχεις αρχίσει | ||
| γ' ενικ. | έχει αρχίσει | είχε αρχίσει | θα έχει αρχίσει | να έχει αρχίσει | ||
| α' πληθ. | έχουμε αρχίσει | είχαμε αρχίσει | θα έχουμε αρχίσει | να έχουμε αρχίσει | ||
| β' πληθ. | έχετε αρχίσει | είχατε αρχίσει | θα έχετε αρχίσει | να έχετε αρχίσει | ||
| γ' πληθ. | έχουν αρχίσει | είχαν αρχίσει | θα έχουν αρχίσει | να έχουν αρχίσει |
| |
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- αρχίζω - Κάτος, Γιώργος Β. (2016) Λεξικό της λαϊκής και της περιθωριακής μας γλώσσας. Θεσσαλονίκη. online στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας (ΚΕΓ,1-2)
- αρχίζω - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- αρχίζω - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)
Κατηγορίες:
- Επέκταση
- Κληρονομημένες λέξεις από τα μεσαιωνικά ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα μεσαιωνικά ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με επίθημα -ίζω (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ρήματα (νέα ελληνικά)
- Ρηματικές φωνές (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)