Μετάβαση στο περιεχόμενο

αρχίζω

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
αρχίζω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ἀρχίζω < ἀρχή. Συγχρονικά αναλύεται σε αρχ(ή) + -ίζω.

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /aɾˈçi.zo/
τυπογραφικός συλλαβισμός: αρχίζω

αρχίζω, πρτ.: άρχιζα, στ.μέλλ.: θα αρχίσω, αόρ.: άρχισα

  1. κάνω αρχή κάποιας πράξης ή έργου, βάζω μπρος, ξεκινώ
  2. είμαι στην αρχή, στο αρχίνημά μου

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]