Μετάβαση στο περιεχόμενο

take back

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
ενεστώτας take back
γ΄ ενικό ενεστώτα takes back
αόριστος took back
παθητική μετοχή taken back
ενεργητική μετοχή taking back

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
take back <  δείτε τις λέξεις take και back

take back (en)

  • παίρνω πίσω, παραδέχομαι ότι κάτι που είπα ήταν λάθος ή ότι δεν έπρεπε να το πω
    παράδειγμα  I take back what I said.
    Παίρνω πίσω ό,τι είπα.