back

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Επίρρημα[επεξεργασία]

back (en)

Σύνθετα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

back (en)

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • on one's back: ανάσκελα
    I usually sleep on my back - συνήθως κοιμάμαι ανάσκελα
  • behind one’s back: πίσω από την πλάτη κάποιου
  • have sb at one’s back: έχω την υποστήριξη/τις πλάτες κάποιου
  • put/get sb’s back up: τσαντίζω κπ

Σύνθετα[επεξεργασία]



Σουηδικά (sv) [επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

back 

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

back (sv)