Μετάβαση στο περιεχόμενο

back

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Επίθετο

[επεξεργασία]

back (en) (χωρίς παραθετικά, μόνο πριν από το ουσιαστικό)

  1. πίσω, πισινός
    παράδειγμα  the back door - η πίσω πόρτα
    παράδειγμα  the back entrance - η πισινή είσοδος
    παράδειγμα  back teeth - πισινά δόντια
  2. περασμένος
    παράδειγμα  the back issues of a magazine - τα περασμένα τεύχη ενός περιοδικού
  3. καθυστερημένος, που οφείλονται για ένα διάστημα στο παρελθόν
    παράδειγμα  back taxes - καθυστερημένοι φόροι
    παράδειγμα  back rent - καθυστερημένα ενοίκια

Επίρρημα

[επεξεργασία]
παραθετικά
θετικός back
συγκριτικός more back
υπερθετικός most back

back (en)

  1. (χωρίς παραθετικά) πίσω, πάλι, ξανά, ξανα-, γυρίζω, επιστρέφω στο μέρος, την κατάσταση ή τη δραστηριότητα όπου κάποιος ή κάτι ήταν πριν
    παράδειγμα  Go back to your place.
    Πήγαινε πίσω/πάλι στη θέση σου.
    παράδειγμα  Don’t forget to bring it back when you’ve finished with it.
    Μην ξεχάσεις να το φέρεις πίσω όταν τελειώσεις μαζί του.
    παράδειγμα  Please give me my ball back.
    Δώσε μου πίσω την μπάλα μου, σε παρακαλώ.
    παράδειγμα  Put the book back on the shelf.
    Βάλε το βιβλίο πίσω στο ράφι.
    παράδειγμα  As soon as I finish, I will give it back to you.
    Μόλις τελειώσω θα σου το δώσω πάλι.
    παράδειγμα  We were right back where we started.
    Ήμασταν ξανά ακριβώς εκεί που ξεκινήσαμε.
    παράδειγμα  It’s good to have the whole family back together again.
    Είναι ωραίο που η οικογένεια είναι ξανά πάλι μαζί.
    παράδειγμα  The political situation is back to normal again.
    Η πολιτική κατάσταση ξανάγινε πάλι ομαλή.
    παράδειγμα  She woke up briefly and then went back to sleep.
    Ξύπνησε για λίγο και μετά ξανακοιμήθηκε.
    παράδειγμα  What time will we get back home?
    Τι ώρα θα γυρίσουμε σπίτι;
    παράδειγμα  Could you go back to the beginning of the story?
    Μπορείς να γυρίσεις στην αρχή της ιστορίας;
    παράδειγμα  I will be back by six.
    Θα επιστρέψω μέχρι τις έξι.
    παράδειγμα  When is he coming back to work?
    Πότε επιστρέφει στη δουλειά;
    παράδειγμα  It takes me an hour to walk there and back.
    Μου παίρνει μία ώρα να πάω και να επιστρέψω με τα πόδια.
  2. πίσω μου, προς τα πίσω, μακριά από το μπροστινό μέρος ή το κέντρο
    παράδειγμα  I stepped back to let them pass.
    Έκανα πίσω για να τους αφήσω να περάσουν.
    παράδειγμα  He turned and looked back.
    Γύρισε και κοίταξε πίσω.
    παράδειγμα  She fell back towards the end of the race.
    Έμεινε πίσω προς το τέλος του αγώνα.
    παράδειγμα  You've combed your hair back.
    Χτένισες τα μαλλιά σου προς τα πίσω.
    παράδειγμα  Sit back and relax.
    Κάθισε αναπαυτικά και χαλάρωσε.
  3. πίσω, σε προηγούμενο μέρος ή σε μέρος που έχει αναφερθεί
    παράδειγμα  Back at home, her parents were worried.
    Πίσω στο σπίτι, οι γονείς της ανησυχούσαν.
    παράδειγμα  We should have turned left five kilometers back.
    Έπρεπε να είχαμε στρίψει αριστερά πέντε χιλιόμετρα πιο πίσω.
  4. απαντάω σε κάτι
    παράδειγμα  She’s a tough kid, who, when attacked, fights back hard.
    Είναι σκληρό καρύδι· όταν της επιτίθενται, απαντά δυνατά.
    παράδειγμα  If he hits me, I’ll hit him back.
    Αν με χτυπήσει, θα τον χτυπήσω κι εγώ.
    παράδειγμα  Could you call back later, please?
    Μπορείς να ξαναπάρεις αργότερα, σε παρακαλώ;
    παράδειγμα  Get back to me later when you’re free.
    Ξαναμιλάμε αργότερα, όταν θα έχεις χρόνο.
  5. πίσω, κρατάω κάποιον ή κάτι σε απόσταση
    παράδειγμα  The barriers kept the crowd back.
    Τα εμπόδια κράτησαν το πλήθος πίσω.
    παράδειγμα  Stand back and give me some room.
    Κάνε πίσω και δώσε μου λίγο χώρο.
  6. πριν, στο παρελθόν
    παράδειγμα  That was a few years back.
    Αυτό ήταν πριν κάποια χρόνια.
    παράδειγμα  The cathedral dates back to 1123.
    Ο καθεδρικός ναός χρονολογείται από το 1123.
    παράδειγμα  The village has a history going back to the Middle Ages.
    Το χωριό έχει ιστορία που ανάγεται στον Μεσαίωνα./Το χωριό έχει ιστορία από τα μεσαιωνικά χρόνια.
    παράδειγμα  She left back in November.
    Έφυγε τον Νοέμβριο.
  7. κρατάω, συγκρατώ, κρατώ κάτι υπό έλεγχο· εμποδίζω να εκφραστεί ή να βγει προς τα έξω.
    παράδειγμα  The dam could not hold back the flood waters.
    Το φράγμα δεν μπόρεσε να κρατήσει τα νερά των πλημμυρών.
    παράδειγμα  He could no longer hold back his tears.
    Δεν μπορούσε πια να συγκρατήσει τα δάκρυά του.
  8. έρχομαι ξανά στη μόδα
    παράδειγμα  Beards are back.
    Τα γένια έχουν ξανάρθει στη μόδα.
    παράδειγμα  I wonder if flares will ever come back in style?
    Αναρωτιέμαι αν τα καμπάνα θα ξανάρθουν ποτέ στη μόδα.

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
back backs

back (en)

  1. (ανατομία) η πλάτη, η ράχη, το πίσω μέρος του σώματος, από το λαιμό μέχρι το τέλος της σπονδυλικής στήλης
    παράδειγμα  Doctor, my back hurts.
    Γιατρέ, πονάει η πλάτη μου.
    παράδειγμα  She had the baby on her back.
    Είχε το μωρό στη ράχη της.
    παράδειγμα  Does your lower back hurt?
    Πονάει η μέση σου;
    παράδειγμα  I usually sleep on my back.
    Συνήθως κοιμάμαι ανάσκελα.
    παράδειγμα  He lay on his back and counted the stars.
    Ξάπλωσε ανάσκελα και μετρούσε τα άστρα.
  2. (συνήθως ενικός) το πίσω μέρος, το βάθος, το μέρος του κάτι που είναι πιο μακριά από το μπροστινό μέρος
    παράδειγμα  the back of the house - το πίσω (μέρος) του σπιτιού
    παράδειγμα  at the back of the church - στο πίσω μέρος της εκκλησίας
    παράδειγμα  His voice didn’t reach the back of the hall.
    Η φωνή του δεν έφτασε στο πίσω μέρος της αίθουσας.
    παράδειγμα  I want about an inch off the back of my hair.
    Θέλω περίπου μια ίντσα από την πίσω πλευρά των μαλλιών μου.
    παράδειγμα  The women's room is at the back to the left.
    Η τουαλέτα των γυναικών είναι στο βάθος αριστερά.
  3. η πλάτη, η ράχη μιας καρέκλας, ενός καναπέ
  4. η πλάτη, η ράχη, η πίσω επιφάνεια πλατιού αντικειμένου
    παράδειγμα  the back of the shovel - η πλάτη του φτυαριού
    παράδειγμα  the back of the hand - η ράχη του χεριού
  5. η πλάτη, το πίσω τμήμα ρούχου
    παράδειγμα  The jacket/the coat/the dress is tight on me in the back.
    Το σακάκι/το παλτό/το φόρεμα με στενεύει στην πλάτη.

Εκφράσεις

[επεξεργασία]

Σύνθετα

[επεξεργασία]
ενεστώτας back
γ΄ ενικό ενεστώτα backs
αόριστος backed
παθητική μετοχή backed
ενεργητική μετοχή backing

back (en)

  1. (μεταβατικό) υποστηρίζω, ενθαρρύνω κάποιον ή του δίνω βοήθεια· δίνω οικονομική υποστήριξη σε κάποιον ή κάτι
    παράδειγμα  She backed me at the start of my career.
    Με υποστήριξε στην αρχή της καριέρας μου.
    παράδειγμα  They took over backing the business with their own funds.
    Ανέλαβαν να υποστηρίξουν με δικά τους κεφάλαια την επιχείρηση.
     συνώνυμα:  δείτε τη λέξη support
  2. (μεταβατικό) υποστηρίζω και συμφωνώ με κάποιον ή κάτι
    παράδειγμα  I am backing the plan.
    Υποστηρίζω το σχέδιο.
    παράδειγμα  I will back your proposal.
    Θα υποστηρίξω την πρότασή σου.
     συνώνυμα:  δείτε τη λέξη support
  3. (μεταβατικό, συνήθως στην παθητική φωνή) στηρίζω, βοηθάω να αποδείξω ότι κάτι είναι αλήθεια
    παράδειγμα  Your claim is not supported by evidence.
    Η αξίωσή σου δε στηρίζεται σε αποδείξεις.
     συνώνυμα:  δείτε τη λέξη support
  4. (μεταβατικό) στοιχηματίζω, ποντάρω χρήματα σε ένα άλογο σε έναν αγώνα, μια ομάδα σε έναν διαγωνισμό κτλ.
    παράδειγμα  I am backing a horse.
    Στοιχηματίζω σ' ένα άλογο.
    παράδειγμα  Which horse are you backing?
    Ποιο άλογο ποντάρεις;
  5. (μεταβατικό και αμετάβατο) κινώ κάτι προς τα πίσω ή κινούμαι προς τα πίσω
    παράδειγμα  He backed out of the garage.
    Βγήκε από το γκαράζ με την όπισθεν.
    παράδειγμα  He accidentally ran over the curb while backing the car out.
    Κατά λάθος ανέβηκε στο πεζοδρόμιο ενώ έκανε όπισθεν με το αυτοκίνητο.
  6. (μεταβατικό, συνήθως στην παθητική φωνή) βρίσκομαι πίσω από κάτι
    παράδειγμα  Our house is backed by theirs.
    Το σπίτι μας είναι πίσω από το δικό τους.

Παράγωγα

[επεξεργασία]

Σύνθετα

[επεξεργασία]



Σουηδικά (sv)

[επεξεργασία]

Προφορά

[επεξεργασία]
 

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

back (sv)