back
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Επίθετο
[επεξεργασία]back (en) (χωρίς παραθετικά, μόνο πριν από το ουσιαστικό)
- πίσω, πισινός
the back door - η πίσω πόρτα
the back entrance - η πισινή είσοδος
back teeth - πισινά δόντια
- περασμένος
the back issues of a magazine - τα περασμένα τεύχη ενός περιοδικού
- καθυστερημένος, που οφείλονται για ένα διάστημα στο παρελθόν
back taxes - καθυστερημένοι φόροι
back rent - καθυστερημένα ενοίκια
Επίρρημα
[επεξεργασία]| παραθετικά | |
| θετικός | back |
| συγκριτικός | more back |
| υπερθετικός | most back |
back (en)
- (χωρίς παραθετικά) πίσω, πάλι, ξανά, ξανα-, γυρίζω, επιστρέφω στο μέρος, την κατάσταση ή τη δραστηριότητα όπου κάποιος ή κάτι ήταν πριν
Go back to your place.
- Πήγαινε πίσω/πάλι στη θέση σου.
Don’t forget to bring it back when you’ve finished with it.
- Μην ξεχάσεις να το φέρεις πίσω όταν τελειώσεις μαζί του.
Please give me my ball back.
- Δώσε μου πίσω την μπάλα μου, σε παρακαλώ.
Put the book back on the shelf.
- Βάλε το βιβλίο πίσω στο ράφι.
As soon as I finish, I will give it back to you.
- Μόλις τελειώσω θα σου το δώσω πάλι.
We were right back where we started.
- Ήμασταν ξανά ακριβώς εκεί που ξεκινήσαμε.
It’s good to have the whole family back together again.
- Είναι ωραίο που η οικογένεια είναι ξανά πάλι μαζί.
The political situation is back to normal again.
- Η πολιτική κατάσταση ξανάγινε πάλι ομαλή.
She woke up briefly and then went back to sleep.
- Ξύπνησε για λίγο και μετά ξανακοιμήθηκε.
What time will we get back home?
- Τι ώρα θα γυρίσουμε σπίτι;
Could you go back to the beginning of the story?
- Μπορείς να γυρίσεις στην αρχή της ιστορίας;
I will be back by six.
- Θα επιστρέψω μέχρι τις έξι.
When is he coming back to work?
- Πότε επιστρέφει στη δουλειά;
It takes me an hour to walk there and back.
- Μου παίρνει μία ώρα να πάω και να επιστρέψω με τα πόδια.
- πίσω μου, προς τα πίσω, μακριά από το μπροστινό μέρος ή το κέντρο
I stepped back to let them pass.
- Έκανα πίσω για να τους αφήσω να περάσουν.
He turned and looked back.
- Γύρισε και κοίταξε πίσω.
She fell back towards the end of the race.
- Έμεινε πίσω προς το τέλος του αγώνα.
You've combed your hair back.
- Χτένισες τα μαλλιά σου προς τα πίσω.
Sit back and relax.
- Κάθισε αναπαυτικά και χαλάρωσε.
- πίσω, σε προηγούμενο μέρος ή σε μέρος που έχει αναφερθεί
Back at home, her parents were worried.
- Πίσω στο σπίτι, οι γονείς της ανησυχούσαν.
We should have turned left five kilometers back.
- Έπρεπε να είχαμε στρίψει αριστερά πέντε χιλιόμετρα πιο πίσω.
- απαντάω σε κάτι
She’s a tough kid, who, when attacked, fights back hard.
- Είναι σκληρό καρύδι· όταν της επιτίθενται, απαντά δυνατά.
If he hits me, I’ll hit him back.
- Αν με χτυπήσει, θα τον χτυπήσω κι εγώ.
Could you call back later, please?
- Μπορείς να ξαναπάρεις αργότερα, σε παρακαλώ;
Get back to me later when you’re free.
- Ξαναμιλάμε αργότερα, όταν θα έχεις χρόνο.
- πίσω, κρατάω κάποιον ή κάτι σε απόσταση
The barriers kept the crowd back.
- Τα εμπόδια κράτησαν το πλήθος πίσω.
Stand back and give me some room.
- Κάνε πίσω και δώσε μου λίγο χώρο.
- πριν, στο παρελθόν
That was a few years back.
- Αυτό ήταν πριν κάποια χρόνια.
The cathedral dates back to 1123.
- Ο καθεδρικός ναός χρονολογείται από το 1123.
The village has a history going back to the Middle Ages.
- Το χωριό έχει ιστορία που ανάγεται στον Μεσαίωνα./Το χωριό έχει ιστορία από τα μεσαιωνικά χρόνια.
She left back in November.
- Έφυγε τον Νοέμβριο.
- κρατάω, συγκρατώ, κρατώ κάτι υπό έλεγχο· εμποδίζω να εκφραστεί ή να βγει προς τα έξω.
The dam could not hold back the flood waters.
- Το φράγμα δεν μπόρεσε να κρατήσει τα νερά των πλημμυρών.
He could no longer hold back his tears.
- Δεν μπορούσε πια να συγκρατήσει τα δάκρυά του.
- έρχομαι ξανά στη μόδα
Beards are back.
- Τα γένια έχουν ξανάρθει στη μόδα.
I wonder if flares will ever come back in style?
- Αναρωτιέμαι αν τα καμπάνα θα ξανάρθουν ποτέ στη μόδα.
Συγγενικά
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| back | backs |
back (en)
- (ανατομία) η πλάτη, η ράχη, το πίσω μέρος του σώματος, από το λαιμό μέχρι το τέλος της σπονδυλικής στήλης
- (συνήθως ενικός) το πίσω μέρος, το βάθος, το μέρος του κάτι που είναι πιο μακριά από το μπροστινό μέρος
the back of the house - το πίσω (μέρος) του σπιτιού
at the back of the church - στο πίσω μέρος της εκκλησίας
His voice didn’t reach the back of the hall.
- Η φωνή του δεν έφτασε στο πίσω μέρος της αίθουσας.
I want about an inch off the back of my hair.
- Θέλω περίπου μια ίντσα από την πίσω πλευρά των μαλλιών μου.
The women's room is at the back to the left.
- Η τουαλέτα των γυναικών είναι στο βάθος αριστερά.
- η πλάτη, η ράχη μιας καρέκλας, ενός καναπέ
- η πλάτη, η ράχη, η πίσω επιφάνεια πλατιού αντικειμένου
the back of the shovel - η πλάτη του φτυαριού
the back of the hand - η ράχη του χεριού
- η πλάτη, το πίσω τμήμα ρούχου
The jacket/the coat/the dress is tight on me in the back.
- Το σακάκι/το παλτό/το φόρεμα με στενεύει στην πλάτη.
Εκφράσεις
[επεξεργασία]Σύνθετα
[επεξεργασία]
Ρήμα
[επεξεργασία]| ενεστώτας | back |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | backs |
| αόριστος | backed |
| παθητική μετοχή | backed |
| ενεργητική μετοχή | backing |
back (en)
- (μεταβατικό) υποστηρίζω, ενθαρρύνω κάποιον ή του δίνω βοήθεια· δίνω οικονομική υποστήριξη σε κάποιον ή κάτι
- (μεταβατικό) υποστηρίζω και συμφωνώ με κάποιον ή κάτι
- (μεταβατικό, συνήθως στην παθητική φωνή) στηρίζω, βοηθάω να αποδείξω ότι κάτι είναι αλήθεια
- (μεταβατικό) στοιχηματίζω, ποντάρω χρήματα σε ένα άλογο σε έναν αγώνα, μια ομάδα σε έναν διαγωνισμό κτλ.
I am backing a horse.
- Στοιχηματίζω σ' ένα άλογο.
Which horse are you backing?
- Ποιο άλογο ποντάρεις;
- (μεταβατικό και αμετάβατο) κινώ κάτι προς τα πίσω ή κινούμαι προς τα πίσω
He backed out of the garage.
- Βγήκε από το γκαράζ με την όπισθεν.
He accidentally ran over the curb while backing the car out.
- Κατά λάθος ανέβηκε στο πεζοδρόμιο ενώ έκανε όπισθεν με το αυτοκίνητο.
- (μεταβατικό, συνήθως στην παθητική φωνή) βρίσκομαι πίσω από κάτι
Our house is backed by theirs.
- Το σπίτι μας είναι πίσω από το δικό τους.
Παράγωγα
[επεξεργασία]Σύνθετα
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- back (adjective) - Oxford Learner's Dictionaries
- back (adverb) - Oxford Learner's Dictionaries
- back (noun) - Oxford Learner's Dictionaries
- back (verb) - Oxford Learner's Dictionaries
- Stavropoulos, D N (2008). Stavropoulos, G N. ed. Oxford Greek-English Learner's Dictionary (Revised έκδοση). Oxford: Oxford University Press. σελ. 203, 921. ISBN 9780194325684., λήμμα: γυρίζω, υποστηρίζω
Σουηδικά (sv)
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]back (sv)
- η πλάτη
Κατηγορίες:
- Αγγλική γλώσσα
- Επίθετα (αγγλικά)
- Αντίστροφο λεξικό (αγγλικά)
- Επίθετα χωρίς παραθετικά (αγγλικά)
- Επιρρήματα (αγγλικά)
- Επιρρήματα χωρίς παραθετικά (αγγλικά)
- Ουσιαστικά (αγγλικά)
- Ανατομία (αγγλικά)
- Ρήματα (αγγλικά)
- Ρήματα που κλίνονται όπως το 'ask' (αγγλικά)
- Λήμματα με ήχο στην προφορά (σουηδικά)
- Σουηδική γλώσσα
- Ουσιαστικά (σουηδικά)