επιστρέφω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

επιστρέφω < αρχαία ελληνική ἐπιστρέφω

Ρήμα[επεξεργασία]

επιστρέφω, πρτ.: επέστρεφα, στ.μέλλ.: θα επιστρέψω, αόρ.: επέστρεψα, παθ.φωνή: επιστρέφεται

  1. γυρίζω πίσω, έρχομαι πάλι στον τόπο από τον οποίο είχα φύγει κάποτε
  2. γυρίζω πίσω, δίνω σε κάποιον κάτι που μου είχε δώσει

Μεταφράσεις[επεξεργασία]