επιστρέφω
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- επιστρέφω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἐπιστρέφω < ἐπί + στρέφω
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /e.piˈstɾe.fo/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : ε‐πι‐στρέ‐φω
Ρήμα
[επεξεργασία]επιστρέφω, αόρ.: επέστρεψα, παθ.φωνή: επιστρέφομαι, π.αόρ.: επιστράφηκα
- γυρίζω πίσω, έρχομαι πάλι στον τόπο από τον οποίο είχα φύγει κάποτε
- γυρίζω πίσω, δίνω σε κάποιον κάτι που μου είχε δώσει
- ※ Πιστά πλάσματα τετράποδα, απαλύνουν τις πικρές στιγμές μας, μεγεθύνουν τις μικρές ψυχές μας. Γέρνουν απάνω σου με εμπιστοσύνη επιστρέφοντάς σου μόνο ευγνωμοσύνη. Γεμίζουν το σπίτι μας με εντάσεις και σιωπές, ανταρσίες και υποταγές, καβγαδάκια κι αγκαλίτσες, γρατζουνιές και ζουζουνιές, ναζάκια και μαλαγανιές, αγριάδες κι ημερέματα νανουρίσματα και κανακέματα. («Οι Φαροφύλακες», «Φάρος του κόσμου», ανακτήθηκε στις 21/5/2026 )
Συγγενικά
[επεξεργασία] ετυμολογικό πεδίο
επιστρεφ- επιστροφ-
επιστρεφ- επιστροφ-
Κλίση
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] ξαναγυρίζω στον τόπο
Κατηγορίες:
- Λόγια διαχρονικά δάνεια από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με πρόθημα επι- (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ρήματα (νέα ελληνικά)
- Ρηματικές φωνές (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Ρήματα χωρίς μετοχή παθητικού παρακειμένου (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Κεντρικά λήμματα (νέα ελληνικά)
- Ελλείπουσες κλίσεις (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)