backup

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: back-up

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

  1. εφεδρεία
  2. (πληροφορική) το αντίγραφο ασφαλείας, για αρχείο ή συνήθως για σύνολο αρχείων υπολογιστή
    δείτε επίσης: backup στην αγγλική Βικιπαίδεια

Επίθετο[επεξεργασία]

Άλλες μορφές[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]