στιγμιότυπο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το στιγμιότυπο τα στιγμιότυπα
      γενική του στιγμιότυπου
στιγμιοτύπου
των στιγμιότυπων
στιγμιοτύπων
    αιτιατική το στιγμιότυπο τα στιγμιότυπα
     κλητική στιγμιότυπο στιγμιότυπα
Οι δεύτεροι τύποι, παλιότεροι, λόγιοι.
Κατηγορία όπως «βούτυρο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

στιγμιότυπο < στιγμι(αίος) + -ό- + τύπο(ς), (μεταφραστικό δάνειο) γαλλική instantané[1]

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /stiɣ.miˈo.ti.po/

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

στιγμιότυπο ουδέτερο

  1. (τεχνικός όρος)
    1. (φωτογραφία) φωτογράφιση χαρακτηριστικής σκηνής
    2. (κινηματογράφος) κινηματογραφικό καρέ
    3. εικονοποίηση offline προβολής οθόνης
  2. (μεταφορικά) σύντομη περιγραφή γεγονότος
  3. (πληροφορική) print screen σε οθόνη υπολογιστή, εικονοποίηση ιστοσελίδας
    με εντολή: URL to PNG, ή Prt Sc
  4. (πληροφορική) snapshot: σύντομα από άποψη χρόνου και μεγέθους αντίγραφα της κεντρικής μνήμης ή και ενός ή περισσοτέρων αρχείων, ικανών να επαναφέρουν το σύστημα όπως ήταν εκείνη την στιγμή. Διαφέρει από τα μεγαλύτερα σε μέγεθος αντίγραφα ασφαλείας (backups) τα οποία αφορούν μόνο αρχεία.
  5. (πληροφορική) οι εξής περιπτώσεις, σημασιολογικά παρόμοιες, δηλαδή αφηρημένες οντότητες σε κατάσταση λειτουργίας:
    1. class instance: (στον αντικειμενοστρεφή προγραμματισμό) το στιγμιότυπο κλάσης
    2. relation instance: (στο σχεσιακό μοντέλο) το στιγμιότυπο σχέσης

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Αναφορές[επεξεργασία]