στιγμιότυπο

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική στιγμιότυπο στιγμιότυπα
γενική στιγμιοτύπου
& στιγμιότυπου
στιγμιοτύπων
& στιγμιότυπων
αιτιατική στιγμιότυπο στιγμιότυπα
κλητική στιγμιότυπο στιγμιότυπα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

στιγμιότυπο < στιγμι(αίος) + -ό- + τύπο(ς), (μεταφραστικό δάνειο) γαλλική instantané[1]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /stiɣ.miˈɔ.ti.pɔ/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

στιγμιότυπο ουδέτερο

  1. (τεχνικός όρος)
    1. (φωτογραφία) φωτογράφιση χαρακτηριστικής σκηνής
    2. (κινηματογράφος) κινηματογραφικό καρέ
    3. εικονοποίηση offline προβολής οθόνης
  2. (πληροφορική) print screen σε οθόνη υπολογιστή, εικονοποίηση ιστοσελίδας
    με εντολή: URL to PNG, ή Prt Sc
  3. (μεταφορικά) σύντομη περιγραφή γεγονότος
  4. (αντικειμενοστρεφής προγραμματισμός) το στιγμιότυπο κλάσης

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Open book icon.png Αναφορές[επεξεργασία]

  1. στιγμιότυπο στο Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής. (1998) του Ιδρύματος "Τριανταφυλλίδη". Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας.