στιγμιαίος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική στιγμιαίος στιγμιαία στιγμιαίο
γενική στιγμιαίου στιγμιαίας στιγμιαίου
αιτιατική στιγμιαίο στιγμιαία στιγμιαίο
κλητική στιγμιαίε στιγμιαία στιγμιαίο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική στιγμιαίοι στιγμιαίες στιγμιαία
γενική στιγμιαίων στιγμιαίων στιγμιαίων
αιτιατική στιγμιαίους στιγμιαίες στιγμιαία
κλητική στιγμιαίοι στιγμιαίες στιγμιαία


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

στιγμιαίος < ελληνιστική κοινή στιγμιαῖος

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

στιγμιαίος

  1. που διαρκεί μια στιγμή, πολύ σύντομος
    μια στιγμιαία παρόρμηση
  2. που παρασκευάζεται πολύ γρήγορα
    στιγμιαίος καφές
  3. στιγμιαίος μέλλοντας: ρηματικός χρόνος που φανερώνει ότι μια πράξη θα γίνει στο μέλλον χωρίς να γίνεται αναφορά στη διάρκειά της· ο συνοπτικός μέλλοντας

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]