instant

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of the United Kingdom.svg Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

instant (en)

  1. ένα πολύ μικρό χρονικό διάστημα, στιγμή
  2. μια συγκεκριμένη χρονική στιγμή
  3. στιγμιαίο ρόφημα

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

instant (en)

  1. άμεσος, προσεχής
  2. άμεσος, επείγων
  3. άμεσος, που εμφανίζεται αμέσως, παρών
  4. στιγμιαίος, που κρατάει μια στιγμή
  5. στιγμιαίος, που παρασκευάζεται πολύ γρήγορα
  6. τρέχων ( για μήνες)



Flag of France.svg Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

γένος ενικός πληθυντικός
αρσενικό instant instants
θηλυκό instante instantes

instant (fr)

  1. επίμονος
    sollicitation/prière instante - επίμονη παράκληση
    δείτε τη λέξη: pressant
  2. επείγων
    le besoin est instant - η ανάγκη είναι επείγουσα
    δείτε τη λέξη: urgent
  3. επικείμενος
    le péril est instant - ο κίνδυνος είναι επικείμενος
    δείτε τη λέξη: imminent

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

instant (fr) αρσενικό

un instant, s'il-vous-plaît ! - μια στιγμή, παρακαλώ!
  1. δείτε τις λέξεις: moment, minute και seconde

Books-aj.svg aj ashton 01g.png Αντώνυμα[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]



Flag of Romania.svg Ρουμανικά (ro) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

instant (ro)

  1. στιγμιαίος

Open book 01.svg Επίρρημα[επεξεργασία]

instant (ro)

  1. στιγμιαία, στη στιγμή