Μετάβαση στο περιεχόμενο

άμεσος

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο άμεσος η άμεση το άμεσο
      γενική του άμεσου της άμεσης του άμεσου
    αιτιατική τον άμεσο την άμεση το άμεσο
     κλητική άμεσε άμεση άμεσο
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι άμεσοι οι άμεσες τα άμεσα
      γενική των άμεσων των άμεσων των άμεσων
    αιτιατική τους άμεσους τις άμεσες τα άμεσα
     κλητική άμεσοι άμεσες άμεσα
Κατηγορία όπως «όμορφος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
άμεσος < αρχαία ελληνική ἄμεσος, (σημασιολογικό δάνειο) (γαλλικά) immédiat

Επίθετο

[επεξεργασία]

άμεσος, -η, -ο

  1. που γίνεται χωρίς τη μεσολάβηση άλλου
      Ο δήμαρχος και οι δημοτικοί σύμβουλοι, οι σύμβουλοι της δημοτικής ή τοπικής κοινότητας και οι εκπρόσωποι της τοπικής κοινότητας εκλέγονται κάθε πέντε (5) χρόνια με άμεση, καθολική και μυστική ψηφοφορία. (Νόμος 3852/2010, Νέα Αρχιτεκτονική της Αυτοδιοίκησης και της Αποκεντρωμένης Διοίκησης − Πρόγραμμα Καλλικράτης, ΦΕΚ A 87 - 07.06.2010)
  2. (για χρονικό διάστημα) κοντινός, που γίνεται απευθείας

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]