απευθείας

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

απευθείας < ελληνιστική κοινή ἀπ΄ εὐθείας

Επίρρημα[επεξεργασία]

απευθείας

  1. για κίνηση που κατευθύνεται σε έναν προορισμό χωρίς να μεσολαβήσουν ενδιάμεσοι σταθμοί
    το δρομολόγιο των 6.00 πηγαίνει απευθείας στη Θεσσαλονίκη και έτσι θα κερδίσετε σημαντικό χρόνο
     συνώνυμα: κατευθείαν
  2. για ενέργεια που γίνεται χωρίς να μεσολαβήσει κάποιος ενδιάμεσος παράγοντας, άνθρωπος ή άλλη ενέργεια
    έλυσε τις ασκήσεις του απευθείας στο τετράδιο, χωρίς να χρησιμοποιήσει πρόχειρο
     συνώνυμα: κατευθείαν
  3. (για μετάδοση ενός γεγονότος από ραδιοτηλεοπτικά μέσα) ζωντανά, όχι μαγνητοσκοπημένα
    θα παρακολουθήσουμε τον τελικό σε απευθείας σύνδεση από το Ολυμπιακό Στάδιο
  4. (διαδίκτυο) (για μετάδοση ενός γεγονότος διαδικτυακά) live streaming: που μεταδίδεται ζωντανά, όχι μαγνητοσκοπημένα (βλ. ζωντανή ροοθήκευση)

Μεταφράσεις[επεξεργασία]