απευθείας

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

απευθείας < ελληνιστική κοινή ἀπ΄ εὐθείας

Open book 01.svg Επίρρημα[επεξεργασία]

απευθείας

  1. για κίνηση που κατευθύνεται σε έναν προορισμό χωρίς να μεσολαβήσουν ενδιάμεσοι σταθμοί
    το δρομολόγιο των 6.00 πηγαίνει απευθείας στη Θεσσαλονίκη και έτσι θα κερδίσετε σημαντικό χρόνο
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: κατευθείαν
  2. για ενέργεια που γίνεται χωρίς να μεσολαβήσει κάποιος ενδιάμεσος παράγοντας, άνθρωπος ή άλλη ενέργεια
    έλυσε τις ασκήσεις του απευθείας στο τετράδιο, χωρίς να χρησιμοποιήσει πρόχειρο
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: κατευθείαν
  3. (για αναμετάδοση ενός γεγονότος από ραδιοτηλεοπτικά μέσα) ζωντανά, όχι μαγνητοσκοπημένα
    θα παρακολουθήσουμε τον τελικό σε απευθείας σύνδεση από το Ολυμπιακό Στάδιο


32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]