direct

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en)[επεξεργασία]

Επίθετο[επεξεργασία]

παραθετικά
θετικός direct
συγκριτικός more direct
υπερθετικός most direct

direct (en)

  1. άμεσος
  2. απερίφραστος

Ρήμα[επεξεργασία]

ενεστώτας direct
γ΄ ενικό ενεστώτα directs
αόριστος directed
παθητική μετοχή directed
ενεργητική μετοχή directing

direct (en)

  1. διευθύνω
  2. κατευθύνω, στρέφω
  3. απευθύνω
  4. αφορώ, κατευθύνω κάτι σε έναν συγκεκριμένο στόχο ή άτομο, ή σε μια συγκεκριμένη κατεύθυνση
    The dig wasn’t directed at you.
    Η μπηχτή δεν αφορούσε εσένα.
     συνώνυμα: aim

Συγγενικά[επεξεργασία]

Πηγές[επεξεργασία]



Γαλλικά (fr)[επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

 

Επίθετο[επεξεργασία]

γένος ενικός πληθυντικός
αρσενικό direct directs
θηλυκό directe directes

direct (fr)

  1. άμεσος
  2. απερίφραστος