manage

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

ενεστώτας manage
γ΄ ενικό ενεστώτα manages
αόριστος managed
παθητική μετοχή managed
ενεργητική μετοχή managing

Ετυμολογία [επεξεργασία]

manage < παλαιά γαλλική manege < πιθανόν παλαιοϊταλική maneggiare < mano < ρίζα man- λατινική manus < πρωτοϊταλική *manus < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *méh₂-r̥- / *mh₂-én-

Ρήμα[επεξεργασία]

manage (en)

  1. διαχειρίζομαι, διευθύνω
    Her father manages the company.
    Ο πατέρας της διαχειρίζεται την εταιρεία.
  2. αντεπεξέρχομαι, καταφέρνω
    Despite the difficulties, he managed to win the game.
    Παρά τις δυσκολίες, κατάφερε να νικήσει τον αγώνα.

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Πηγές[επεξεργασία]