βολεύω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

βολεύω < *εὐβολεύω < ελληνιστική κοινή εὔβολος για το εύστοχο ρίξιμο των ζαριών < βολή

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /vɔ.ˈlɛ.vɔ/

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

βολεύω (μεσοπαθητικό βολεύομαι, τριτοπρόσωπο βολεύει και βολεύουν)

  1. τακτοποιώ πράγματα, ώστε να χωρέσουν κάπου
    πρέπει να βολέψω όλα αυτά τα ντοσιέ στο γραφείο μου
  2. κάνω κάποιον να νιώσει άνετα, παρέχοντάς του χώρο
    περίμενε λίγο, μέχρι να σε βολέψω
  3. (μεταφορικά) εξασφαλίζω σε κάποιον εργασία
    μια χαρά τον βόλεψαν στο υπουργείο
  4. (μεταφορικά) βάζω κάποιον στη θέση του, του φέρομαι όπως του αξίζει
    θα σου τον βολέψω εγώ!
  5. στο τρίτο πρόσωπο
    "αυτά τα παπούτσια δεν με βολεύουν"
    "δεν βολεύει αυτή η λύση βρε Κώστα, σκέψου κάτι άλλο" (δεν εξυπηρετεί την κατάσταση)


Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]