Μετάβαση στο περιεχόμενο

cope

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
ενεστώτας cope
γ΄ ενικό ενεστώτα copes
αόριστος coped
παθητική μετοχή coped
ενεργητική μετοχή coping

cope (en) (αμετάβατο)