cope

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of the United Kingdom.svg Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

cope (en)

  1. αντιμετωπίζω μια κατάσταση, αντεπεξέρχομαι (π.χ. τις οικονομικές δυσκολίες)
    ελληνικές εκφράσεις: τα φέρνω βόλτα, κάπως την παλεύω, τα βολεύω