ευθύς

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική ευθύς ευθεία ευθύ
γενική ευθύ
ευθέος
ευθείας ευθέος
ευθύ
αιτιατική ευθύ ευθεία ευθύ
κλητική ευθύ ευθεία ευθύ
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ευθείς ευθείες ευθέα
γενική ευθέων ευθειών ευθέων
αιτιατική ευθείς ευθείες ευθέα
κλητική ευθείς ευθείες ευθέα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ευθύς < αρχαία ελληνική εὐθύς

Επίθετο[επεξεργασία]

ευθύς -εία -ύ

  1. ίσιος
  2. ειλικρινής και άμεσος

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Σύνθετα[επεξεργασία]

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • ευθύς εξαρχής: από την αρχή
    το ξεκαθάρισα ευθύς εξαρχής ότι είμαι εδώ μόνο για να ακούσω

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ευθύς< απ' το επίθετο ευθύς

Επίρρημα[επεξεργασία]

ευθύς

  1. αμέσως, χωρίς καθυστέρηση.

Μεταφράσεις[επεξεργασία]