ευθυδικία

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Ετυμολογία [επεξεργασία]

ευθυδικία < → λείπει η ετυμολογία

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ευθυδικία θηλυκό

  1. η δίκαιη, ορθή απόφαση
  2. (νομικός όρος) η επιείκεια, η συγκαταβατικότητα

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]