νομικός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική νομικός νομική νομικό
γενική νομικού νομικής νομικού
αιτιατική νομικό νομική νομικό
κλητική νομικέ νομική νομικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική νομικοί νομικές νομικά
γενική νομικών νομικών νομικών
αιτιατική νομικούς νομικές νομικά
κλητική νομικοί νομικές νομικά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

νομικός < νόμος + -ικός

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /nɔ.mi.ˈkɔs/ αρσενικό και θηλυκό ως ουσιαστικό
ΔΦΑ : /nɔ.mi.ˈki/ θηλυκό ως επίθετο
ΔΦΑ : /nɔ.mi.ˈkɔ/ ουδέτερο

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

νομικός , -ή , -ό

  • που αναφέρεται ή ανήκει στους νόμους ή στους ασχολούμενους με αυτούς
    νομική επιστήμη, νομικό προηγούμενο, νομικός κόσμος

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική νομικός νομικοί
γενική νομικού νομικών
αιτιατική νομικό νομικούς
κλητική νομικέ νομικοί

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

νομικός αρσενικό ή θηλυκό

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]