franc

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

franc (en)

  • το φράγκο (το παλαιότερο νόμισμα της Γαλλίας καθώς και άλλων χωρών)



Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

franc 

Επίθετο[επεξεργασία]

γένος ενικός πληθυντικός
αρσενικό franc francs
θηλυκό franche franches

franc (fr)

  1. ειλικρινής

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
franc francs

franc (fr)