οδηγώ

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

οδηγώ < αρχαία ελληνική ὁδηγῶ < ὁδός + -ηγῶ (< ἄγω, με έκταση του πρώτου φωνήεντος )

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

οδηγώ

  1. χειρίζομαι και κινώ ένα όχημα
    από τότε που ήταν μικρός ονειρευόταν να οδηγεί γρήγορα αυτοκίνητα
  2. δείχνω το δρόμο σε κάποιον
    τους οδήγησε στο πίσω μέρος του σπιτιού
  3. υποδεικνύω τρόπο συμπεριφορας ή δράσης σε κάποιον
    με το λόγο και τα έργα του οδηγούσε τους νεώτερους στην αρετή
  4. χρησιμεύω σαν ένδειξη για να βρει κάποιος κάτι
    τα αποτυπώματα οδήγησαν στο δράστη
  5. κάνω κάποιον να πράξει κάτι συγκεκριμένο
    ο χωρισμός τον οδήγησε στην τρέλα
  6. καταλήγω κάπου
    το μονοπάτι οδηγεί σε ένα μεγάλο ξέφωτο
  7. έχω ως αποτέλεσμα
    οι μειωμένες βροχοπτώσεις οδηγούν στη λειψυδρία

Nuvola apps noatun.png Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • όλοι οι δρόμοι οδηγούν στη Ρώμη : όλες οι μέθοδοι εξυπηρετούν τον ίδιο σκοπό, όλες οι προσπάθειες καταλήγουν στο ίδιο αποτέλεσμα

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]