Μετάβαση στο περιεχόμενο

οδηγός

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: ὁδηγός

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο/η οδηγός οι οδηγοί
      γενική του/της οδηγού των οδηγών
    αιτιατική τον/την οδηγό τους/τις οδηγούς
     κλητική οδηγέ οδηγοί
Κατηγορία όπως «γιατρός» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
οδηγός < αρχαία ελληνική ὁδηγός < ὁδός + ἄγω
Οδηγός λεωφορείου.
Οδηγός δικύκλου.

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /o.ðiˈɣos/

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

οδηγός αρσενικό ή θηλυκό

  1. αυτός/αυτή που προπορεύεται σε μια πορεία δείχνοντας στους άλλους το δρόμο
    • (μεταφορικά) αυτός ή αυτό που καθοδηγεί σε μια πορεία
      παράδειγμα  οδηγός μας είναι το συμφέρον του έθνους
  2. (επάγγελμα) αυτός/αυτή που οδηγεί ένα όχημα
    παράδειγμα  ασυνείδητος οδηγός, αφού παρέσυρε και τραυμάτισε πεζό, εγκατέλειψε αβοήθητο το θύμα
      την έχει σαν βασίλισσα! Με δικό της αυτοκίνητο, δούλες και παραδουλεύτρες, να'χει ράφτρες και κομμώτριες να την επισκέπτονται στο σπίτι, και δικό της οδηγό, ένα λεβεντόπαιδο (Χάρης Κ. Μεττής, Τα Κοράκια του Πόρτο Ράφτη και Άλλα Διηγήματα, εκδ. Ακακία, 2013)
  3. μέλος του κινήματος του οδηγισμού
  4. κείμενο, βιβλίο, εγχειρίδιο κλπ που περιέχει αναλυτικές πληροφορίες, συμβουλές, υποδείξεις, οδηγίες σχετικά με ένα θέμα
    χρυσός οδηγός, ταξιδιωτικός οδηγός, οδηγός σύνταξης ιστοσελίδων
  5. εξάρτημα ή τμήμα μηχανισμού που κατευθύνει την κίνηση των κινούμενων μερών του
    ο οδηγός του φερμουάρ, ο οδηγός του συρταριού
  6. (υλικό υπολογιστή) drive: συσκευή που αναλαμβάνει την εγγραφή και ανάγνωση από αφαιρούμενο αποθηκευτικό μέσο
    οδηγός δισκέτας, οδηγός οπτικού δίσκου
  7. (υλικό υπολογιστή) drive: συσκευή που αναλαμβάνει την εγγραφή και ανάγνωση από ενσωματωμένο και μη αφαιρούμενο αποθηκευτικό μέσο
    οδηγός σκληρού δίσκου (HDD), οδηγός στερεάς κατάστασης (SSD)
  8. (πληροφορική) driver: βλ. συνώνυμο πρόγραμμα οδήγησης

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Σύνθετα

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]
Μεταφράσεις προς κατάταξη κατά έννοια