οδηγός
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | ο/η | οδηγός | οι | οδηγοί |
| γενική | του/της | οδηγού | των | οδηγών |
| αιτιατική | τον/την | οδηγό | τους/τις | οδηγούς |
| κλητική | οδηγέ | οδηγοί | ||
| Κατηγορία όπως «γιατρός» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- οδηγός < αρχαία ελληνική ὁδηγός < ὁδός + ἄγω


Προφορά
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]οδηγός αρσενικό ή θηλυκό
- αυτός/αυτή που προπορεύεται σε μια πορεία δείχνοντας στους άλλους το δρόμο
- (μεταφορικά) αυτός ή αυτό που καθοδηγεί σε μια πορεία
οδηγός μας είναι το συμφέρον του έθνους
- (μεταφορικά) αυτός ή αυτό που καθοδηγεί σε μια πορεία
- (επάγγελμα) αυτός/αυτή που οδηγεί ένα όχημα
ασυνείδητος οδηγός, αφού παρέσυρε και τραυμάτισε πεζό, εγκατέλειψε αβοήθητο το θύμα- ※ την έχει σαν βασίλισσα! Με δικό της αυτοκίνητο, δούλες και παραδουλεύτρες, να'χει ράφτρες και κομμώτριες να την επισκέπτονται στο σπίτι, και δικό της οδηγό, ένα λεβεντόπαιδο (Χάρης Κ. Μεττής, Τα Κοράκια του Πόρτο Ράφτη και Άλλα Διηγήματα, εκδ. Ακακία, 2013)
- μέλος του κινήματος του οδηγισμού
- κείμενο, βιβλίο, εγχειρίδιο κλπ που περιέχει αναλυτικές πληροφορίες, συμβουλές, υποδείξεις, οδηγίες σχετικά με ένα θέμα
- χρυσός οδηγός, ταξιδιωτικός οδηγός, οδηγός σύνταξης ιστοσελίδων
- εξάρτημα ή τμήμα μηχανισμού που κατευθύνει την κίνηση των κινούμενων μερών του
- ο οδηγός του φερμουάρ, ο οδηγός του συρταριού
- (υλικό υπολογιστή) drive: συσκευή που αναλαμβάνει την εγγραφή και ανάγνωση από αφαιρούμενο αποθηκευτικό μέσο
- οδηγός δισκέτας, οδηγός οπτικού δίσκου
- (υλικό υπολογιστή) drive: συσκευή που αναλαμβάνει την εγγραφή και ανάγνωση από ενσωματωμένο και μη αφαιρούμενο αποθηκευτικό μέσο
- (πληροφορική) driver: βλ. συνώνυμο πρόγραμμα οδήγησης
Συγγενικά
[επεξεργασία]Σύνθετα
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] μέλος του κινήματος του οδηγισμού
|
κείμενο, βιβλίο, εγχειρίδιο
Μεταφράσεις προς κατάταξη κατά έννοια
οδηγός
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'γιατρός' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά κοινού γένους (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Επαγγέλματα (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Υλικό υπολογιστή (νέα ελληνικά)
- Πληροφορική (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)