οδηγητικός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Arrows blue.png Δείτε επίσης : ὁδηγητικός

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική οδηγητικός οδηγητική οδηγητικό
γενική οδηγητικού οδηγητικής οδηγητικού
αιτιατική οδηγητικό οδηγητική οδηγητικό
κλητική οδηγητικέ οδηγητική οδηγητικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική οδηγητικοί οδηγητικές οδηγητικά
γενική οδηγητικών οδηγητικών οδηγητικών
αιτιατική οδηγητικούς οδηγητικές οδηγητικά
κλητική οδηγητικοί οδηγητικές οδηγητικά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

οδηγητικός < ελληνιστική κοινή ὁδηγητικός

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

οδηγητικός

  1. άλλη μορφή του οδηγικός
  2. ικανός να οδηγεί
    συνώνυμα: καθοδηγητικός

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]