driver

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

driver (en)

  1. ο οδηγός
  2. (πληροφορική) το πρόγραμμα οδήγησης ή απλά οδηγός, ειδικό πρόγραμμα διεπαφής (interface) λειτουργικού συστήματος και συσκευής

Συνώνυμα[επεξεργασία]



Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Ρήμα 1[επεξεργασία]

driver (fr)

  1. αλητεύω

Ρήμα 2[επεξεργασία]

driver (fr)

  1. (στο γκολφ) εκτελώ ένα drive
  2. (στις ιπποδρομίες) οδηγώ (ένα άλογο δεμένο σε ένα sulky) με σιγανό καλπασμό

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
driver drivers

driver (fr) αρσενικό

  1. (στο γκολφ) παίκτης που εκτελεί ένα drive
  2. (στο γκολφ) ξύλινο γκλομπ
  3. (στις ιπποδρομίες) τζόκεϊ του παραπάνω αλόγου
  4. (πληροφορική) πρόγραμμα οδήγησης ενός εκτυπωτή
     συνώνυμα: pilote

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]