driver

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

driver (en)

  1. ο οδηγός
  2. (πληροφορική) οδηγός, ειδικό πρόγραμμα διεπαφής (interface)

Συνώνυμα[επεξεργασία]



Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ρήμα 1[επεξεργασία]

driver (fr)

  1. αλητεύω

Open book 01.svg Ρήμα 2[επεξεργασία]

driver (fr)

  1. (στο γκολφ) εκτελώ ένα drive
  2. (στις ιπποδρομίες) οδηγώ (ένα άλογο δεμένο σε ένα sulky) με σιγανό καλπασμό

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
driver drivers

driver (fr) αρσενικό

  1. (στο γκολφ) παίκτης που εκτελεί ένα drive
  2. (στο γκολφ) ξύλινο γκλομπ
  3. (στις ιπποδρομίες) τζόκεϊ του παραπάνω αλόγου
  4. (πληροφορική) πρόγραμμα οδήγησης ενός εκτυπωτή
    συνώνυμα: pilote

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]