εκτυπωτής

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο εκτυπωτής οι εκτυπωτές
      γενική του εκτυπωτή των εκτυπωτών
    αιτιατική τον εκτυπωτή τους εκτυπωτές
     κλητική εκτυπωτή εκτυπωτές
Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

εκτυπωτής < εκτυπώνω

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

εκτυπωτής αρσενικό

  1. (τεχνολογία) συσκευή που τυπώνει κείμενο ή εικόνες πάνω σε χαρτί, χαρτόνι ή διαφάνειες
  2. (τυπογραφία) ειδικευμένος τεχνίτης που είναι υπεύθυνος για την τυπωτική μηχανή
     συνώνυμα: τυπωτής

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]