εκτυπωτής

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική εκτυπωτής εκτυπωτές
γενική εκτυπωτή εκτυπωτών
αιτιατική εκτυπωτή εκτυπωτές
κλητική εκτυπωτή εκτυπωτές

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

εκτυπωτής < εκτυπώνω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

εκτυπωτής αρσενικό

  1. (τεχνολογία) συσκευή που τυπώνει κείμενο ή εικόνες πάνω σε χαρτί, χαρτόνι ή διαφάνειες
  2. (τυπογραφία) ειδικευμένος τεχνίτης που είναι υπεύθυνος για την τυπωτική μηχανή
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: τυπωτής

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]