καλπασμός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική καλπασμός καλπασμοί
γενική καλπασμού καλπασμών
αιτιατική καλπασμό καλπασμούς
κλητική καλπασμέ καλπασμοί

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

καλπασμός < καλπάζω

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /kal.pa.zmɔs/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ο καλπασμός του αλόγου

καλπασμός αρσενικό

  1. ο γρήγορος βηματισμός του αλόγου με τα μπροστινά πόδια να σηκώνονται πιο ψηλά
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: τριποδισμός
  2. η αλματώδης αύξηση, η γρήγορη πορεία προς ένα στόχο

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]