συνοδηγός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική συνοδηγός συνοδηγοί
γενική συνοδηγού συνοδηγών
αιτιατική συνοδηγό συνοδηγούς
κλητική συνοδηγέ συνοδηγοί

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

συνοδηγός < συν- + οδηγός < (μεταφραστικό δάνειο) αγγλική co-driver [1]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /si.nɔ.ði.'ɣɔs/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

συνοδηγός αρσενικό ή θηλυκό

  1. (γενικότερα) επιβάτης οχήματος που αναλαμβάνει την οδήγηση εφόσον χρειαστεί, ο οποίος κατά κανόνα κάθεται στη διπλανή θέση από εκείνη του οδηγού
    • (κατ’ επέκταση) κάθε επιβάτης που κάθεται σε αυτήν τη θέση («του συνοδηγού»)
  2. (ειδικότερα) βοηθός οδηγού αυτοκινήτου αγώνων, που τον ενημερώνει για την πορεία και τον προειδοποιεί για ό,τι βρίσκεται μπροστά (στροφές, εμπόδια κ.λπ.)

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Open book icon.png Αναφορές[επεξεργασία]

  1. συνοδηγός στο Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής. (1998) του Ιδρύματος "Τριανταφυλλίδη". Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας.