οδηγία

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

οδηγία < αρχαία ελληνική ὁδηγία < ὁδηγός

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

οδηγία θηλυκό

  1. προφορικό ή γραπτό κείμενο που εξηγεί πώς να κάνει κανείς κάτι, π.χ. πώς χρησιμοποιείται μια συσκευή
    οδηγίες χρήσης
  2. επίσημη διαταγή σε γραπτή μορφή

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

οδηγος

Μεταφράσεις[επεξεργασία]