κείμενο

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κείμενο κείμενα
γενική κειμένου
& κείμενου
κειμένων
& κείμενων
αιτιατική κείμενο κείμενα
κλητική κείμενο κείμενα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κείμενο < ελληνιστική κοινή κείμενον < αρχαία ελληνική κεῖμαι < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *ḱey- (κείμαι)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈci.mε.nɔ/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κείμενο ουδέτερο

  1. μεγαλύτερο ή μικρότερο σύνολο γραπτών φράσεων, που συνήθως έχουν ολοκληρωμένο νόημα
  2. η πρωτότυπη γραπτή αποτύπωση αρχαιοελληνικού ή ξενόγλωσσου λόγου, συνήθως σε αντιπαραβολή με τη μετάφρασή τους

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Σύνθετα[επεξεργασία]

Πολυλεκτικοί όροι[επεξεργασία]

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • εκτός κειμένου

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Open book 01.svg Κλιτή μορφή επιθέτου[επεξεργασία]

κείμενο