κειμενογλωσσολογία
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- κειμενογλωσσολογία < κείμενο + -ο- + γλωσσολογία ((μεταφραστικό δάνειο) αγγλική text linguistics)
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]κειμενογλωσσολογία θηλυκό
- (γλωσσολογία) γλωσσολογικός κλάδος που μελετά γραπτά (ή προφορικά) κείμενα, όσον αφορά τη δομή τους, τη διάρθρωση, το λεξιλόγιο κ.λπ.
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] κειμενογλωσσολογία
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'σοφία' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με ένθημα -ο- (νέα ελληνικά)
- Μεταφραστικά δάνεια από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Γλωσσολογία (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)