κειμενογράφος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κειμενογράφος κειμενογράφοι
γενική κειμενογράφου κειμενογράφων
αιτιατική κειμενογράφο κειμενογράφους
κλητική κειμενογράφε κειμενογράφοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κειμενογράφος < κείμενο + -γράφος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κειμενογράφος αρσενικό ή θηλυκό

  1. άτομο που ασχολείται με τη συγγραφή διαφημιστικών κειμένων
  2. (πληροφορική) λογισμικό που χρησιμοποιείται για τη συγγραφή και σύνταξη κειμένων
    • (ειδικότερα) λογισμικό που χρησιμοποιείται για την επεξεργασία αρχείων απλού κειμένου τα οποία δεν περιέχουν ειδικούς χαρακτήρες μορφοποίησης

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]