κειμενικός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική κειμενικός κειμενική κειμενικό
γενική κειμενικού κειμενικής κειμενικού
αιτιατική κειμενικό κειμενική κειμενικό
κλητική κειμενικέ κειμενική κειμενικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική κειμενικοί κειμενικές κειμενικά
γενική κειμενικών κειμενικών κειμενικών
αιτιατική κειμενικούς κειμενικές κειμενικά
κλητική κειμενικοί κειμενικές κειμενικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

κειμενικός < κείμενο + -ικός ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική textuel)

Επίθετο[επεξεργασία]

κειμενικός, -ή, -ό

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]