immediate

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Arrows blue.png Δείτε επίσης: immédiate

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Επίθετο[επεξεργασία]

immediate (en)

  1. άμεσος, που γίνεται αμέσως