εφεδρεία

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική εφεδρεία εφεδρείες
γενική εφεδρείας εφεδρειών
αιτιατική εφεδρεία εφεδρείες
κλητική εφεδρεία εφεδρείες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

εφεδρεία < ελληνιστική κοινή ἐφεδρεία < αρχαία ελληνική ἐφεδρεία (< ἐφεδρεύω < ἔφεδρος < ἐπι- + ἕδρα)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

εφεδρεία θηλυκό

  1. (στρατιωτικός όρος) ένα σύνολο στρατιωτών, συμπληρωματικό της κύριας στρατιωτικής δύναμης, που βρίσκεται σε ετοιμότητα στα μετόπισθεν, έτοιμο να επέμβει, αν χρειαστεί
  2. (στρατιωτικός όρος) το σύνολο των ανδρών ή γυναικών εφέδρων που είναι σε θέση να ανακληθούν στην ενεργό υπηρεσία, όταν παρουσιαστεί ανάγκη
  3. (μεταφορικά) η κατάσταση στην οποία βρίσκεται κάποιος όταν τον αποσύρουν απ' την ενεργό υπηρεσία και μέχρι να τον επαναφέρουν, όταν οι συνθήκες το απαιτήσουν ή το επιτρέψουν
  4. (μεταφορικά) ό,τι βάζουμε στην άκρη, προκειμένου να χρησιμοποιηθεί όταν το χρειαστούμε, το απόθεμα, η παρακαταθήκη


Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]