reserve

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: réserve, réservé

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
reserve reserves

reserve (en)

  • εφεδρικές δυνάμεις

Επίθετο

[επεξεργασία]

reserve (en)

  1. εφεδρικός
     συνώνυμα: spare, backup, standby
  2. (οικονομία) το αποθεματικό
ενεστώτας reserve
γ΄ ενικό ενεστώτα reserves
αόριστος reserved
παθητική μετοχή reserved
ενεργητική μετοχή reserving

reserve (en)

  1. επιφυλάσσομαι
    The judge reserved his judgment.
    Ο δικαστής επιφυλάχθηκε να εκδόσει την απόφασή του.
     συνώνυμα: withhold, hold off, put off, hold back
  2. επιφυλάσσω
    A great future is reserved for you.
    Σου επιφυλάσσεται λαμπρό μέλλον.
     συνώνυμα: await, be in store
  3. κρατώ
    I reserve a table in a restaurant - κρατώ τραπέζι σ’ένα εστιατόριο
     συνώνυμα: book
  • Stavropoulos, D N (2008). Stavropoulos, G N. ed. Oxford Greek-English Learner's Dictionary (Revised έκδοση). Oxford: Oxford University Press. σελ. 331, 477-478. ISBN 9780194325684. , λήμμα: επιφυλάσσω, κρατώ