takeover

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

takeover (en)

  1. (πιο συχνά) εξαγορά
  2. επικράτηση, κατάκτηση

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

takeover (en)

  1. (πιο συχνά) εξαγοράζω
  2. καταλαμβάνω, επικρατώ απόλυτα, υπερισχύω