contract

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of the United Kingdom.svg Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

contract (en)

  1. συμβόλαιο

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

contract (en)

  1. συμβάλλομαι
  2. κολλάω μεταδοτική αρρώστια, αρρωσταίνω
    • to contract a disease (by exposure to something contagious): λόγω έκθεσης σε κάτι μεταδοτικό (όχι για καρκίνους και αυτοάνοσα διότι ακόμα και εάν κάτι επηρέασε αρνητικά, η ασθένεια δεν ταυτίζεται με αυτό)