Μετάβαση στο περιεχόμενο

got

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
ενεστώτας got
γ΄ ενικό ενεστώτα got, gots
αόριστος had
παθητική μετοχή
ενεργητική μετοχή

got (en)

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

got (en)



Καταλανικά (ca)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

got (ca)



Παλαιά άνω γερμανικά (goh)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

got αρσενικό

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Απόγονοι

[επεξεργασία]

got (παλαιά άνω γερμανικά)