got
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ρήμα
[επεξεργασία]| ενεστώτας | got |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | got, gots |
| αόριστος | had |
| παθητική μετοχή | — |
| ενεργητική μετοχή | — |
got (en)
Ρηματικός τύπος
[επεξεργασία]got (en)
Καταλανικά (ca)
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]got (ca)
- το ποτήρι
Παλαιά άνω γερμανικά (goh)
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]got αρσενικό
Συγγενικά
[επεξεργασία]Απόγονοι
[επεξεργασία]got (παλαιά άνω γερμανικά)