τακτικός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

τακτικός < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

τακτικός

  1. που αποτελεί μέρος μιας τακτικής
    τακτικός ελιγμός
  2. που γίνεται με τάξη ή που χαρακτηρίζεται από τάξη και συστηματικότητα
  3. που συμβαίνει ανά τακτά χρονικά διαστήματα, συχνός
    οι τακτικές επισκέψεις του φίλου μας στο γιατρό μάς ανησυχούσαν
  4. που κάνει κάτι σε τακτά χρονικά διαστήματα
    Ο Παντελής, τακτικός, ανέβαινε κάθε πρωί, και δεν ήξερε τι να κάνει. (Δημήτρης Χατζής, Ανυπεράσπιστοι)
  5. που συμβαίνει σε προκαθορισμένη χρονική στιγμή
    Books-aj.svg aj ashton 01g.png αντώνυμα: έκτακτος
    η τακτική ετήσια γενική συνέλευση του σωματείου
  6. ο μόνιμος, αυτός που παραμένει πάγιος και σταθερός σε μια θέση για την εκπλήρωση των καθηκόντων του, που κατέχει οργανική σχέση
    όταν ολοκληρωθεί η διαδικασία ανάδειξης τακτικών μελών, το συλλογικό όργανο της διοίκησης αποκτά νομική υπόσταση
    Books-aj.svg aj ashton 01g.png αντώνυμα: έκτακτος: ο μη μόνιμος, ο μη τακτικός που δεν κατέχει οργανική θέση εντός μιας υπηρεσίας

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Μαθηματικά: τακτικός, σειριακός[επεξεργασία]