neat

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /niːt/
ήχος (ΗΠΑ) 

Επίθετο[επεξεργασία]

neat (en)

  1. καθαρός, συμμαζεμένος, τακτοποιημένος, νοικοκυρεμένος
  2. απλός, διευθετημένος με απλό γούστο
  3. καθαρός, χωρίς προσμείξεις
  4. εύστοχος, επιδέξιος
  5. (οικείο) σένιος, γαμάτος (όμως η αγγλική λέξη δεν είναι χυδαία)